Πίσω από κάθε “τέλεια” φωτογραφία κρύβεται ένας εαυτός που δεν αντέχει να φανεί
πάρχει κάτι που το έχεις δει κι εσύ. Μια φωτογραφία κάποιου που γνωρίζεις… που του μοιάζει, αλλά δεν είναι αυτός. Και το νιώθεις αμέσως. Δεν είναι απλώς πιο φωτεινός. Δεν είναι απλώς πιο περιποιημένος. Είναι… άλλος. Το δέρμα πιο λείο από όσο γίνεται. Τα μάτια μεγαλύτερα, πιο φωτεινά, αλλά και παγωμένα — με εκείνη την αίσθηση που έχουν οι κούκλες στις βιτρίνες των καταστημάτων.
Της Leona Laios
Θεραπεύτρια
Συγγραφέας
Συντονίστρια συστημικών αναπαραστάσεων
Tο πρόσωπο πιο σμιλεμένο. Το σώμα πιο κοντά σε ένα ιδανικό που δεν υπάρχει. Και κάπου εκεί αρχίζει να γεννιέται ένα ερώτημα. Γιατί αυτό δεν είναι μόνο εικόνα. Είναι σχέση με τον εαυτό. Ίσως κι εσύ να έχεις πειράξει κάποια στιγμή μια φωτογραφία σου. Ίσως από παιχνίδι. Ίσως από αισθητική. Ίσως γιατί αυτό βλέπεις γύρω σου.
Και κάποιες φορές, εκεί μένει. Άλλες φορές όμως, κάτι αλλάζει. Όχι εξωτερικά. Εσωτερικά. Εκεί που η εικόνα δεν φωτίζει πια αυτό που είσαι, αλλά αρχίζει να το αντικαθιστά. Δεν ξεκινάς από την απόρριψη. Ξεκινάς από κάτι μικρό. Κάτι που δεν σου αρέσει. Κάτι που θα ήθελες να είναι αλλιώς. Και το πειράζεις. Λίγο φως. Λίγο φίλτρο. Μια μικρή διόρθωση. Και για μια στιγμή ανακουφίζεσαι. Γιατί βλέπεις μπροστά σου αυτό που, μέσα σου, νιώθεις ότι θα έπρεπε να είσαι. Και επιστρέφεις. Ξανά. Και ξανά. Και λίγο παραπάνω κάθε φορά. Μέχρι που δεν διορθώνεις πια την εικόνα σου. Την αντικαθιστάς. Και εκεί δημιουργείται μια ρήξη.
Ανάμεσα σε σένα και σε αυτό που βλέπεις. Ανάμεσα σε αυτό που είσαι και σε αυτό που δείχνεις. Και όσο μεγαλώνει αυτή η απόσταση, τόσο μεγαλώνει και κάτι άλλο: η αίσθηση ότι δεν είσαι αρκετή. Και κάπου εδώ βρίσκεται μια αλήθεια που δύσκολα λέγεται: Δεν κρύβεσαι επειδή θες να δείχνεις καλύτερα. Κρύβεσαι γιατί αυτό που είσαι… δεν το αντέχεις να φανεί. Και μετά έρχεται η στιγμή της συνάντησης. Κάποιος σε γνωρίζει από κοντά. Σε βλέπει. Και κάτι μέσα του μπερδεύεται. Δεν είναι πάντα συνειδητό. Αλλά νιώθει ότι κάτι δεν ταιριάζει. Ότι κάτι δεν «κουμπώνει». Και κάτι αλλάζει. Και μέσα σου αυτό μεταφράζεται γρήγορα: «Να… δεν είμαι αρκετή». Αλλά ίσως η αλήθεια να είναι διαφορετική. Δεν απορρίπτει εσένα. Απορρίπτει την απόσταση ανάμεσα σε σένα και σε αυτό που δείχνεις. Γιατί αυτό που τον τράβηξε ήταν αυτό που επέλεξες να προβάλλεις. Και μπροστά στην πραγματικότητα, κάτι μέσα του αντιλαμβάνεται — χωρίς να το σκεφτεί: ότι εσύ η ίδια δεν αντέχεις να φανείς όπως είσαι. Ότι κάπου μέσα σου, ήδη έχεις απορρίψει αυτό που βλέπεις. Και τότε αρχίζει να επαναλαμβάνεται ένα μοτίβο.
Άνθρωποι έλκονται από την εικόνα σου. Σε πλησιάζουν μέσα από αυτό που δείχνεις. Και όταν έρχονται πιο κοντά, κάτι δεν κρατά. Και αυτό πονάει. Και κάθε φορά το εξηγείς με τον ίδιο τρόπο: «Δεν είμαι αρκετή». Γιατί οι άνθρωποι, συχνά, λειτουργούν σαν καθρέφτες. Δεν σου δείχνουν πάντα την αλήθεια όπως είναι. Αλλά σε φέρνουν σε επαφή με αυτό που ήδη νιώθεις μέσα σου. Την απόσταση. Την αμφιβολία. Τη δυσκολία να σταθείς όπως είσαι. Και όσο συνεχίζεις να κρύβεσαι πίσω από μια εικόνα, τόσο αυτό θα συνεχίζεται. Όχι γιατί δεν είσαι αρκετή. Αλλά γιατί δεν αφήνεις τον εαυτό σου να φανεί. Και τώρα έρχεται το σημείο που δεν είναι εύκολο να ακούσεις. Αν συνεχίσεις να δείχνεις κάτι που δεν είσαι, θα συνεχίσεις να προσελκύεις ανθρώπους που δεν μπορούν να σε συναντήσουν. Όχι επειδή δεν αξίζεις. Αλλά επειδή δεν είσαι εκεί.
Και κάποια στιγμή, η ερώτηση δεν θα είναι «θα με αποδεχτούν;» αλλά: «Πού είναι αυτή η τέλεια εικόνα και πού είμαι εγώ μέσα σε όλο αυτό;» Και αν δεν είσαι εκεί, αν δεν μπορείς να βρεις τον αυθεντικό σου εαυτό μέσα σε αυτό που κοιτάς, ούτε και κανείς άλλος δεν θα μπορέσει να σε συναντήσει.
